Μορφωτικος-Πολιτιστικος Συλλογος Σιατιστας
Lock
Αρχική Εφημερίς Άρθρα Η ΣΙΑΤΙΣΤΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η ΣΙΑΤΙΣΤΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

Του Λουκά Παύλου Κακάλη, Φυσικού-Τηλεπικοινωνιακού Μηχανικού


[Ομιλία που πραγματοποιήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 2010 στη Θεσσαλονίκη, με αφορμή τον εορτασμό της απελευθέρωσης της Σιάτιστας από τους Τούρκους το 1912]


Η Σιάτιστα είναι γέννημα των μεταβυζαντινών χρόνων, σε μια εποχή που μόνο στα ορεινά και απόκεντρα μέρη μπορούσε να αναπτυχθεί ελεύθερα η κοινωνική ζωή των υπόδουλων Ελλήνων.

Αγαπητοί φίλοι της Σιάτιστας και συμπατριώτες,
Με αφορμή τον εορτασμό της επετείου των ελευθερίων της Σιάτιστας και της μάχης της 4ης Νοεμβρίου 1912, θεώρησα χρέος η ομιλία αυτή να μην περιοριστεί αποκλειστικά στα γεγονότα εκείνων των ημερών αλλά να γίνει μια ιστορική αναδρομή, ώστε να ανακληθεί στη μνήμη μας η λαμπρή πορεία και  η προσφορά της Σιάτιστας προς το έθνος, πορεία και προσφορά που τη σημάδεψε στο χρόνο και αποτελεί έργο και δημιούργημα των ένδοξων παιδιών της. Ο κατάλογος μακρύς και ο ρόλος του καθένα ιδιαίτερα σημαντικός και φυσικά είναι αδύνατο να εξαντληθεί σ’ αυτή την ομιλία.

Χρονολογικά η πρώτη θέση στον κατάλογο αυτό ανήκει δικαιωματικά στον Αρχιεπίσκοπο Ζωσιμά. Ο εν λόγω ιεράρχης υπήρξε εξέχουσα φυσιογνωμία που άφησε βαθιά τα σημάδια της, τόσο στην επισκοπή Σισανίου, που ποίμανε για σχεδόν 60 ολόκληρα χρόνια, όσο και ειδικότερα στη Σιάτιστα με την πλούσια εθνική και εκπαιδευτική δράση που ανέπτυξε. Έγινε έγγαμος ιερέας και πατέρας. Γιος του ο εξέχων λόγιος Γεώργιος Ρούσης που με τη σειρά του υπήρξε παππούς του μετέπειτα μεγάλου ήρωα της Σιάτιστας Γεωργίου Νιόπλιου. Περίοδος ποιμαντορίας του τα έτη 1686-1746, στη διάρκεια της οποίας δυο φορές διετέλεσε αρχιεπίσκοπος Αχρίδας. Η επισκοπή Σισανίου προήχθη επί των ημερών του σε Μητρόπολη, ενώ μετέφερε την έδρα της από το Σισάνι, που είχε πια παρακμάσει, στη γενέτειρά του Σιάτιστα και μάλιστα, όπως λέγεται, κατά τρόπο αυθαίρετο. Άλλωστε αναφέρεται ο ίδιος ως χαρακτήρας αυταρχικός.

Ακολούθησαν με πρωτοβουλία του την περίοδο αυτή ανεγέρσεις ναών που κοσμούν ως σήμερα τη Σιάτιστα. Το 1700 του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου, το 1701  του Προφήτη Ηλία, το 1702 του Αγίου Μηνά, το 1709 του Αγίου Νικάνορα και το 1744 των 12 Αποστόλων. Η αγιογράφηση μάλιστα του Προφήτη Ηλία συνοδεύτηκε από απεικόνιση, ανάμεσα σε Αγίους, των κυριότερων αρχαίων φιλοσόφων και αποτελεί δείγμα του πνευματικού επιπέδου των Σιατιστινών της εποχής εκείνης. Παράλληλα, ο Ζωσιμάς, αντιλαμβανόμενος τη σημασία της παιδείας, ίδρυσε ένα ανώτερο εκπαιδευτήριο περί τα 1700. Χρηματοδοτήθηκε από δωρεές κατοίκων και δίδαξαν σ’ αυτό μορφωμένοι ιερείς και δάσκαλοι, μεταξύ αυτών και ο μεγάλος λόγιος, φιλόσοφος και ιεροδιδάσκαλος Μεθόδιος Ανθρακίτης κατά τα έτη 1721-23. Η προσέλκυση μαθητών  από μακρινές περιοχές αποτελεί απόδειξη της υψηλής παιδείας που αυτό παρείχε τα δύσκολα εκείνα χρόνια. Με την εκπαιδευτική δραστηριότητα του Ζωσιμά θα καταστεί η Σιάτιστα ένα από τα κυριότερα πνευματικά κέντρα της Μακεδονίας μέχρι και τον επόμενο αιώνα. Επί των ημερών του η Σιάτιστα θα μεγαλώσει και  θα μνημονεύεται  εις το εξής ως πολιτεία. Την όλη δράση του Ζωσιμά σκιάζει κάποιο σκοτεινό σημείο που σχετίζεται με το γεγονός ότι δε στήριξε το Μεθόδιο Ανθρακίτη, όταν αυτός αδίκως κατηγορήθηκε για τις νεωτεριστικές φιλοσοφικές του θέσεις.

Ομοίως  ενδιαφέρουσα είναι και η εθνική  δράση του Ζωσιμά που συνδυαζόταν με το δυναμικό και φιλόδοξο χαρακτήρα του. Βρισκόμαστε στα 1716. Η Αυστρία κηρύσσει τον πόλεμο στην Τουρκία. Με αφορμή το γεγονός αυτό, ο Ζωσιμάς έρχεται σε επαφή με κάποιο δαιμόνιο Σιατιστινό έμπορο, ονόματι Τσιπορόπουλο. Στόχος του είναι να ζητήσουν από τον αυτοκράτορα Κάρολο ΣΤ της Αυστρίας να απελευθερώσει από τον τουρκικό ζυγό τη Δυτική Μακεδονία, την Ήπειρο και τμήμα της Αλβανίας, για να δημιουργηθεί ένα ελεύθερο κράτος με έδρα την Αχρίδα και πρίγκηπά της τον ίδιο το Ζωσιμά. Πράγματι τις προτάσεις αυτές ο Τσιπορόπουλος παρουσίασε στο θρυλικό στρατάρχη Πρίγκηπα Ευγένιο της Σαβοΐας, με την υπόσχεση προς αυτόν ότι θα στρατολογούνταν για το σκοπό αυτό 12 χιλιάδες Έλληνες, για να πλήξουν τους Τούρκους από τα νώτα.

Ποιος όμως ήταν ο Πρίγκηπας Ευγένιος της Σαβοΐας;  Ήταν ο επικεφαλής του αυστριακού στρατού στις νικηφόρες μάχες κατά των Τούρκων που είχαν ως απόληξη τις περίφημες συνθήκες του Κάρλοβιτς και Πασάροβιτς. Μπορεί η δεύτερη αυτή συνθήκη του Πασάροβιτς που υπογράφτηκε το έτος 1718 να σταμάτησε τον αυστριακό στρατό στη Β. Σερβία και να μην τον είδαν οι Έλληνες να κατεβαίνει στα μέρη τους, ώστε να επαναστατήσουν, όμως η συνθήκη αυτή, όπως και η προηγούμενη του Κάρλοβιτς, αποτελούν δυο συνθήκες σταθμούς για τους υπόδουλους Έλληνες, αφού τους διευκόλυναν τα μέγιστα στις μετακινήσεις τους προς την Κεντρική Ευρώπη.
Τα επόμενα χρόνια που θα έρθουν, θα φέρουν τη μετά Ζωσιμά λαμπρή εποχή. Με μικρά διαλείμματα θα λειτουργήσουν με δωρεές κατοίκων και αποδήμων μικρά σχολεία, τόσο στη Χώρα, όσο και στη Γεράνεια, ενώ από το 1830  θα λειτουργήσει κανονικά η από πριν από το 1821 ιδρυθείσα σχολή ανώτερης εκπαίδευσης με το όνομα «Κοινή Ελληνική Σχολή Σιατίστης», δωρεά, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, από τη  Βασιλική Νικολάου. Η Σχολή αυτή  θα λειτουργήσει για 50 περίπου χρόνια και μέχρι την ίδρυση του ιστορικού Τραμπαντζείου Γυμνασίου το 1888. Τα κατά καιρούς αυτά σχολεία υπήρξαν τα εφαλτήρια πολλών Σιατιστινών, για να συνεχίσουν τις σπουδές τους σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, να γίνουν σπουδαίοι λόγιοι, σημαντικοί δάσκαλοι και να αφήσουν πλούσιο συγγραφικό έργο.

Μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση έξοχου ανδρός, είναι αυτή του λόγιου Γεωργίου Ζαβίρα που γεννήθηκε το 1744 στη Σιάτιστα, δηλαδή δυο  χρόνια πριν την κοίμηση του Ζωσιμά. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στην πατρίδα του, για να βρεθεί στη συνέχεια έμπορος στην Ουγγαρία. Απόγονος των παλαιών και θαυμάσιων Ελλήνων, επιδίδεται σε αγώνα ζωής να κάνει τι; Να συγκεντρώσει και να καταγράψει τη βιογραφία και τα έργα όλων των λόγιων Ελλήνων που έζησαν και άκμασαν μετά την άλωση της Κων/πολης και μέχρι το θάνατό του, το 1804. Το μέγα αυτό έργο αποσκοπούσε στο να αποδείξει τη συνέχεια του Γένους, με σκοπό να αντικρούσει  έναν διαπρεπή καλβινιστή μοναχό που υποστήριζε ότι μετά την πτώση της Πόλης, κανένας Έλληνας συγγραφέας έργου δεν αναδείχθηκε. Καρπός του μακροχρόνιου αυτού αγώνα ήταν το μεγαλειώδες συγγραφικό έργο του «Νέα Ελλάς», που αποτελεί την πρώτη Ιστορία της νεοελληνικής γραμματολογίας. Το σπουδαίο αυτό κείμενο βρέθηκε χειρόγραφο στα χέρια του Άνθιμου Γαζή και του Θεόκλητου Φαρμακίδη και αποτελεί μέχρι και σήμερα αντικείμενο μελέτης ειδικών.

Σε πρόσφατο μάλιστα συμπόσιο στη Βουδαπέστη στις 21/9/10 με θέμα «Ο ρόλος των Ελλήνων εμπόρων στην αστικοποίηση της Ουγγαρίας», πανεπιστημιακός καθηγητής παρουσίασε αυτοτελή εισήγηση για το εν λόγω βιβλίο του Ζαβίρα. Η πλούσια βιβλιοθήκη του, από χιλιάδες τόμους σπουδαίων συγγραμμάτων, δωρίθηκαν στην ελληνική κοινότητα Βουδαπέστης. Όπως προαναφέρθηκε, η επαναστατική κίνηση με πρωτοβουλία του Ζωσιμά δεν πέτυχε. Η φλόγα όμως της αποτίναξης του ζυγού πέρασε στη συνέχεια σε έναν άλλο ανήσυχο και φλογερό Σιατιστινό, το Γεώργιο Παπάζογλου. 

Ο Γεώργιος Παπάζογλου ή Παπαζώλης γεννήθηκε στη Σιάτιστα το 1725 στη σχολή της οποίας φοίτησε. Ασχολήθηκε με το εμπόριο αρχικά στη Θεσ/νίκη και στη συνέχεια στην Οδησσό. Οι εμπορικές του αποτυχίες τον οδήγησαν στην Αγία Πετρούπολη το 1760. Ως λοχαγός του Ρωσικού στρατού, στον οποίο κατατάχθηκε, συνδέθηκε με τους αδελφούς Ορλώφ. Η γνωριμία αυτή ήταν καθοριστική για τα όσα επακολούθησαν στην Ελλάδα, αφού, όπως είναι γνωστό, οι ως άνω αδελφοί και μαζί μ’ αυτούς και ο Παπάζογλου, συμμετείχαν στην προσπάθεια της Αικατερίνης Β΄ να γίνει η ίδια η μεγάλη τσαρίνα του ρωσικού θρόνου, κάτι που τελικά πέτυχαν με τη εξόντωση του συζύγου της Τσάρου Πέτρου Γ΄. Με βάση τις διασυνδέσεις  αυτές ο Παπάζογλου υπέβαλε στο Γρηγόριο Ορλώφ, που ήταν και εραστής της τσαρίνας, την ιδέα της απελευθέρωσης της Ελλάδας. Την ίδια εποχή η μεγάλη αυτή αυτοκράτειρα, η επονομασθείσα Μεγάλη Αικατερίνη, επιδίωκε να αποσπάσει εδάφη και σφαίρες επιρροής από την οθωμανική αυτοκρατορία στα Βαλκάνια. Με σκοπό να επωφεληθεί των προθέσεων αυτών της τσαρίνας, ο Παπάζογλου  ταξίδεψε το 1763 σε Βενετία και Τεργέστη προς συντονισμό Ελλήνων και Ρώσων και το 1765 περιόδευσε με Ρώσους και Έλληνες σε Μακεδονία, Ήπειρο, Στερεά, για να φτάσει μέχρι την Πελοπόννησο. Στην Καλαμάτα στο σπίτι του πιο πλούσιου Έλληνα της Πελοποννήσου, του Παναγιώτη  Μπενάκη, ενός ευέλικτου και πανούργου γέροντα που είχε εμπνεύσει στον πασά τυφλή εμπιστοσύνη και είχε τη φιλοδοξία να ηγεμονεύσει στην Πελοπόννησο, έγινε συνάθροιση με προεστούς και μητροπολίτες της Πελοποννήσου καθώς και με Μανιάτες οπλαρχηγούς. Συμφώνησαν να ζητήσουν από τη ρωσική αυλή παρέμβαση με την υπερβολική και ανέφικτη υπόσχεση συγκρότησης σώματος 100 χιλιάδων πολεμιστών, εφόσον τους δίνονταν όπλα και εμφανίζονταν ρωσικά πλοία στα παράλια της Πελοποννήσου. Το 1770 κηρύσσεται ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος. Μικρή ρωσική ναυτική μοίρα πράγματι φτάνει στην Ελληνική θάλασσα υπό τους Αδελφούς Ορλώφ. Θα εκδηλωθεί επαναστατικό κίνημα σε Στερεά Ελλάδα, Όλυμπο, Κρήτη, νησιά του Αιγαίου και κυρίως σε Πελοπόννησο. Τα γεγονότα αυτά, γνωστά ως Ορλωφικά, είναι έργο του Σιατιστινού Παπάζογλου. Ο τουρκικός στόλος θα καταστραφεί κοντά στη Χίο και θα επακολουθήσει το έτος 1774 η συνθήκη ειρήνης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή. Οι ρωσικές δυνάμεις θα αποχωρήσουν εγκαταλείποντας τους Έλληνες και η εξέγερση θα αποτύχει. Παρά ταύτα  τα οφέλη που θα προκύψουν θα είναι σημαντικά για τους Έλληνες, λόγω της ανωτέρω συνθήκης, όπου  στο άρθρο 7 περιλαμβάνονταν όροι ευνοϊκοί για τους υποδούλους. Σύμφωνα με τους όρους αυτούς, οι Ρώσοι θα αναδεικνύονταν στο εξής προστάτες των χριστιανών υπηκόων της Υψηλής Πύλης και η ναυσιπλοΐα θα καθίστατο ελεύθερη, όπως και το εμπόριο θαλάσσιο και χερσαίο. Έτσι ένα μεγάλο τμήμα  Δυτικομακεδόνων θα κινηθεί πλέον ελεύθερα, όχι μόνον προς την Κεντρική Ευρώπη, κάτι που έγινε δυνατό, όπως προελέχθη με τις προηγούμενες συνθήκες Κάρλοβιτς και Πασάροβιτς, αλλά τώρα και προς την Ν. Ρωσία, Βλαχία, Ουκρανία, Μολδαβία.   

Είχε προηγηθεί από πολύ νωρίς, στις αρχές του 17ου  αιώνα, η αποδημική κίνηση των Δυτικομακεδόνων και βεβαίως των Σιατιστινών προς το δυτικό τμήμα της Εγνατίας μέσω Δυρραχίου και μέχρι τη Βενετία. Η εν λόγω αποδημία προς Βενετία υπήρξε ο πρόδρομος της μεγάλης μετακίνησης  που ακολούθησε προς την Κεντρική Ευρώπη. Διήρκεσε περίπου ένα αιώνα, δηλαδή μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα, όταν πια είχε περιοριστεί η διεθνής παρουσία της Βενετίας επ’ ωφελεία της αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Από την εποχή αυτή διασώζονται στην Αγία Παρασκευή στη Σιάτιστα κινητές εικόνες από τους εις Βενετία εγκατεστημένους Σιατιστινούς.

Βρισκόμαστε στα μέσα του 18ου αιώνα, στην εποχή της άνθισης της Αυστρουγγαρίας. Από το 1740 στο θρόνο βρίσκεται μια σπουδαία αυτοκράτειρα, μια δυνατή γυναίκα με θέληση και αισθήματα, η Μαρία Θηρεσία που αγαπά τις τέχνες, τα γράμματα και τα 16 παιδιά της. Επιδιώκει τη βελτίωση της οικονομίας της χώρας της με την ανάπτυξη του εμπορίου και της βιομηχανίας, γι’ αυτό προωθεί τις προσοδοφόρες εμπορικές συναλλαγές της Αυστρίας με την οθωμανική αυτοκρατορία παραχωρώντας σ’ αυτήν εμπορικά προνόμια. Αυτοί που διακινούν τα εμπορεύματα είναι δαιμόνιοι Γραικοί  και  μαζί τους  Εβραίοι και Αρμένιοι, όλοι τους Οθωμανοί υπήκοοι που ωθούνται από το κέρδος και τον πόθο της ελευθερίας. Σιγά-σιγά οι έμποροι αυτοί ευδοκιμούν και ανοίγουν εμπορικούς οίκους. Μόνο στη Βιέννη 200 εμπορικοί οίκοι υπολογίζεται ότι ιδρύθηκαν τα επόμενα χρόνια, μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, από Σιατιστινούς της διασποράς. Τα πλούτη τους όμως αυτά οι παραπάνω δεν τα κράτησαν μόνο για τον εαυτό τους. Τα μετουσίωσαν σε γνώσεις ιδρύοντας σχολεία στις πατρίδες τους που έγιναν έτσι αξιόλογες εστίες παιδείας. Επιστρέφοντας στις πατρίδες τους γίνονται οι ίδιοι φορείς προοδευτικών ιδεών, ενώ όσοι εγκαθίστανται σε ευρωπαϊκές πόλεις μεγαλουργούν. Έτσι σιγά-σιγά καλλιεργείται η εθνική συνείδηση και ο ελληνικός διαφωτισμός όχι στα τουρκοκρατούμενα εδάφη αλλά στις παροικίες του ελληνισμού της διασποράς με εξέχουσα θέση την παροικία της Βιέννης.

Τη Μαρία Θηρεσία διαδέχεται στο θρόνο ο γιος της Ιωσήφ Β΄, ένθερμος υποστηρικτής του διαφωτισμού. Ο φιλοπρόοδος και ανθρωπιστής εκείνος αυτοκράτορας εκδίδει δύο περίφημα διατάγματα. Ένα για την ελευθερία και ένα για την ανεξιθρησκία. Στο ευνοϊκό ακριβώς αυτό κλίμα δημιουργούνται οι κοινότητες των Ελλήνων. Πρόδρομος της παροικίας στη Βιέννη ο Σιατιστινός Μιχαήλ Παπαγεωργίου, μαθητής του Ευγένιου Βούλγαρη και θείος του Γεωργίου Ζαβίρα που διετέλεσε μάλιστα και πρώτος δάσκαλος στο υψηλής πνευματικής στάθμης σχολείο της ελληνικής κοινότητας της Βουδαπέστης. Ήδη από το 1723 κέντρο της παροικίας της Βιέννης κυρίως για τους  Έλληνες με Οθωμανική υπηκοότητα, είναι η ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στην οδό των Ελλήνων, τη Griechen Gasse. Η εκκλησία ιδρύθηκε από την αδελφότητα των πραματευτάδων στην οποία αργότερα υπηρέτησαν ως εφημέριοι εξέχουσες μορφές και δάσκαλοι του γένους. Μια δεύτερη ελληνική εκκλησία, της Αγίας Τριάδας, που ήταν πλάι στον Άγιο Γεώργιο και κτίστηκε αργότερα, προοριζόταν για τις ανάγκες της άλλης κοινότητας, δηλαδή των Ελλήνων με αυστριακή υπηκοότητα. Η συνοικία των Ελλήνων εκτεινόταν από ‘κει και μέχρι το Δούναβη. Μια ελληνική κοινότητα όμως, για να κρατηθεί στο χρόνο, προϋποθέτει εκτός από  εκκλησία και σχολείο. Έτσι το 1804 αυτοκρατορικό διάταγμα επιτρέπει στην κοινότητα του Αγίου Γεωργίου την ίδρυση Ελληνικού σχολείου.  Πρώτος δωρητής για το σκοπό αυτό θάναι πάλι ένας Σιατιστινός που κατάθεσε το σεβαστό ποσό των 1000 φιορινίων, ο Χριστόφορος Νάκος, κόμης με πολλά παράσημα και διακρίσεις που του απονεμήθηκαν σαν το μεγάλο συντελεστή της ανάπτυξης της γεωργίας στην Ουγγαρία και τον εισαγωγέα της μεθόδου καλλιέργειας του βαμβακιού, ενώ απόγονοί του εκλέχτηκαν και γερουσιαστές. Ο σημερινός επισκέπτης της Βιέννης μπορεί να συναντήσει το μεγαλόπρεπο μέγαρο της σιατιστινής  οικογένειας Νάκου, σε έναν από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης. Στις δυο αυτές ενορίες συζητούν οι Έλληνες τις συμφορές της ρωμιοσύνης. Συγκρίνουν τη φτωχή και ρημαγμένη πατρίδα τους με τη μεγάλη πολιτεία που ζουν, με τα μεγάλα και ωραία κτίρια, τους φαρδείς δρόμους, την κοσμική ζωή, όπου βασιλεύει η πνευματική καλλιέργεια. 

Το 1790 κάνει την εμφάνισή του το πρώτο ελληνικό δημοσιογραφικό όργανο στη Βιέννη, «Η ΕΦΗΜΕΡΙΣ». Εκδότες οι δύο Αδελφοί Πούλιου, Γεώργιος και Πούμπλιος, παιδιά του Μάρκου, εξ ου και Μαρκίδες. Σκοπός της εφημερίδας τους η ενημέρωση των Ελλήνων πάνω στα μεγάλα γεγονότα της εποχής, όπως ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1787 και η γαλλική επανάσταση του 1789, θέματα προσφιλή που δίνουν στους Έλληνες φτερά. Εν τω μεταξύ για δύο χρόνια 1791-92 στις σπουδαίες δραστηριότητες  των Μαρκίδων προστίθεται και μία ακόμη. Η έκδοση της πρώτης Σερβικής εφημερίδας παράλληλα με την Ελληνική.

Την ίδια χρονιά  έκδοσης της εφημερίδας, δηλ. το 1790, έρχεται στη Βιέννη ο Ρήγας ο Βελεστινλής ως συνοδός και γραμματέας ενός βαρόνου. Δράττεται της ευκαιρίας και  τυπώνει στα φημισμένα αυτά τυπογραφεία της Βιέννης δύο φιλολογικά του έργα εκ των οποίων το ένα με το γοητευτικό τίτλο «Σχολείο ντελικάτων εραστών». Κάθε βράδυ ο Ρήγας τρέχει στο «Καφέ Γκρεκ» να συναντήσει πατριώτες. Εκεί είναι όλοι συγκεντρωμένοι, ανάμεσά τους οι Μαρκίδες, καθώς και άλλοι Σιατιστινοί, που περιμένουν τον ένθερμο οραματιστή με τα μεγαλεπήβολα σχέδια να τους εμψυχώσει με τα φλογερά του λόγια. Το Γενάρη του 1791 τελειώνει την υπηρεσία του ο Ρήγας κοντά στο βαρόνο και με βαριά καρδιά αφήνει τη Βιέννη και γυρίζει στη Βλαχία, όπου βρισκόταν η κτηματική του περιουσία. Ησυχία όμως δε βρίσκει. Δε βλέπει την ώρα να επιστρέψει πίσω.

Ένα βράδυ του Αυγούστου του 1796, όταν η βροχή στο σκοτεινό δρόμο δε λέει να σταματήσει, ανοίγει με ορμή η τζαμένια πόρτα του «Καφέ Γκρεκ» και μπαίνει μέσα ξαναμμένος ο Ρήγας. Τούτη τη φορά είχε τολμηρά και ριψοκίνδυνα σχέδια να εκτελέσει στη Βιέννη. Δεν έχει πια φιλολογικά ενδιαφέροντα. Φλέγεται από πατριωτικό πάθος. Σκοπός του είναι να δουλέψει χωρίς χρονοτριβή για την απελευθέρωση της πατρίδας. Έχει έτοιμους χάρτες και βρίσκει τον πιο περίφημο χαλκογράφο, για να τους χαράξει στο χαλκό. Είναι η περίφημη «Χάρτα της Ελλάδας». Ένας χάρτης που αρχίζει από τα Καρπάθια και το Δούναβη και φτάνει μέχρι την  Κρήτη. Η «ΕΦΗΜΕΡΙΣ» δημοσιεύει τακτικά αγγελίες για τη Χάρτα, ενώ η επιχείρηση των Μαρκίδων αναλαμβάνει την κεντρική πώληση και διακίνηση των χαρτών του Ρήγα. Παράλληλα τις νύχτες στα κρυφά τυπώνεται στο ελληνικό τυπογραφείο των Αδελφών Πούλιου το «Επαναστατικό Μανιφέστο». Είναι ένα επαναστατικό έντυπο που ξεκινά με το δανεισμένο από τη Γαλλική Επανάσταση  τρίπτυχο: Ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη. Το «Επαναστατικό Μανιφέστο» περιλαμβάνει την Προκήρυξη, το Πολίτευμα, δηλ. το Σύνταγμα του νέου κράτους και τον αθάνατο Θούριο.
Δυστυχώς όμως η αυστριακή αστυνομία παραμονεύει. Η Βιέννη του 1796-97 δεν είναι πια η φιλελεύθερη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα του 1790, η στοργική προς τους υπόδουλους βαλκάνιους. Οι διεθνείς συνθήκες έχουν αλλάξει. Ο Ναπολέων Βοναπάρτης πλησιάζει απειλητικά στην Αυστρία, αφού προηγουμένως έχει καταλάβει την Ιταλία και οι Έλληνες τώρα στρέφουν τις ελπίδες προς αυτόν. Οι αυστριακές αρχές μπροστά στη νέα κατάσταση αντιτίθενται σε ανάλογες επαναστατικές κινήσεις. Το Νοέμβριο του 1797 τρεις κάσες με χιλιάδες έντυπα του Ρήγα φορτώνονται, ώστε μέσω Τεργέστης να φτάσουν στους ραγιάδες, για να τους ξεσηκώσουν. Στο κίνημα χρηματοδότης είναι ένας άλλος Σιατιστινός, ο μεγαλέμπορος Κωνσταντίνος Δούκας ρωσικής υπηκοότητας. Μαζί τους και ο Ιωάννης Μανούσης, βασικός συντελεστής της Ελληνικής σχολής της Βιέννης και θείος του μετέπειτα πρώτου καθηγητή της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μεγάλου ευεργέτη Θεόδωρου Μανούση, καθώς και ο  ιατροφιλόσοφος Σιατιστινός Δημήτριος Καρακάσης.
Το εγχείρημα όμως του Ρήγα και των συντρόφων του προδίδεται και ακολουθεί άγριος διωγμός στη Βιέννη. Όσοι από αυτούς δεν έχουν οθωμανική υπηκοότητα απελαύνονται. Οι υπόλοιποι με Οθωμανική,  δηλ. ο Ρήγας και  οι 7 σύντροφοί του, μεταξύ των οποίων και ο Σιατιστινός Θεοχάρης Τουρούντζιας, που μετέφερε προκηρύξεις στη Βουδαπέστη, και οι εκ μητρός Σιατιστινής, Καστοριανοί Αδελφοί Εμμανουήλ παραδίδονται και ανακρίνονται. Σημειώνω ότι από τους επτά συντρόφους του Ρήγα, οι τρεις ήταν Μακεδόνες. Και  οι τρεις τους συνδέονταν εξ αίματος με τη Σιάτιστα. Στο σημείο αυτό θα αναφερθεί η εξής ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια. Η Σιάτιστα έχει την τιμή να είναι η μόνη πόλη της Μακεδονίας στην οποία αποδεδειγμένα έφτασαν ο Θούριος και οι προκηρύξεις του Ρήγα. Στα εκδοθέντα αρχεία της Βιέννης από το Γάλλο νεοελληνιστή καθηγητή Αιμίλιο Legrande αναφέρεται ότι ο ένας εκ των ως άνω Αδελφών Εμμανουήλ, ο Ιωάννης, φοιτητής Ιατρικής, όπως διαπιστώθηκε μετά τη σύλληψή του από τις αυστριακές αρχές και από τη γενόμενη ανάκριση, ομολόγησε ότι είχε μεταβεί στη πατρίδα της μητέρας του, τη Σιάτιστα και είχε διανείμει εκεί το Θούριο και τις επαναστατικές προκηρύξεις του Ρήγα, στοιχείο άλλωστε που αποτέλεσε και το κύριο κατηγορητήριο εναντίον του. Σιδηροδέσμιοι λοιπόν οι 8 σύντροφοι περνούν από τους δρόμους της αυτοκρατορικής Βιέννης, έξω από τον καθεδρικό ναό του Αγίου Στεφάνου και κατευθύνονται στο Δούναβη. Επιβιβάζονται σε ποταμόπλοιο και προωθούνται στο Βελιγράδι. Εκεί παραλαμβάνονται από τον τοπικό τούρκο καϊμακάμη. Το τέλος τους ήταν φρικτό. Μετά από 40 ημέρες βασανιστήρια στον παραποτάμιο πύργο Νεμπόϊσα, στραγγαλίζονται. Σήμερα σε κεντρικό σημείο της Βιέννης κοντά στον Άγιο Στέφανο, ο επισκέπτης θα δει μια εντοιχισμένη μαρμάρινη αναμνηστική πλάκα με ανάγλυφη την προτομή του Ρήγα στην πρόσοψη ενός κτιρίου όπου στο πίσω μέρος του ισογείου  λειτουργούσε το τυπογραφείο των Μαρκίδων.

Μπορεί το φινάλε να υπήρξε τραγικό, όμως ο σπόρος φυτεύτηκε. Το κίνημα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, που αναπτύχθηκε έκτοτε, στηρίχθηκε στον Ευρωπαϊκό, όπως αυτός εκφράσθηκε στα μέσα του 18ου αιώνα από το Μοντεσκιέ, το Ρουσσώ, το Βολταίρο και από την επακολουθήσασα Γαλλική Επανάσταση του 1789.   Συνοψίζονταν στις αρχές της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης, στην ανεξιθρησκία, στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην ανεκτικότητα. Το κίνημα αυτό αναπτύχθηκε στις μεγάλες κοινότητες των Ελλήνων της διασποράς και ολοκληρώθηκε στα χρόνια της εθνεγερσίας του 1821 με πρωτεργάτες το Ρήγα Βελεστινλή, τον Αδαμάντιο Κοραή, τον Ευγένιο Βούλγαρη και τον Άνθιμο Γαζή. Ενδιαφέρον όμως είναι να μείνουμε για λίγο και στο πώς μετακινούνταν αυτοί οι πληθυσμοί εκείνα τα χρόνια. Τότε οι μετακινήσεις γίνονταν με μεγάλα καραβάνια. Για τα μετά το 1600 χρόνια αυτά ξεκινούσαν από την Καστοριά, την Κοζάνη, τη Σιάτιστα, τη Μοσχόπολη της Βορείου Ηπείρου, τα Γιάννενα και κατευθύνονταν προς τις βόρειες βαλκανικές περιοχές. Ατέλειωτες φάλαγγες από μουλάρια και άλογα φορτωμένα με εμπορεύματα της Μακεδονίας, Ηπείρου, Θεσσαλίας, ακόμη και της Εγγύς Ανατολής κατευθύνονταν προς το Μοναστήρι. Στη συνέχεια πιάνοντας τις κοιλάδες του Αξιού και του Μοράβα, έφθαναν στο Βελιγράδι που από το 1650 ήταν μια διεθνής πόλη. Από εκεί προωθούνταν προς την Αυστρία και την Κεντρική Ευρώπη. Εναλλακτικός δρόμος ήταν τα λιμάνια της Αδριατικής, Φιούμε και Τεργέστη. Όπως προείπαμε, η ελεύθερη αυτή διακίνηση των αγαθών κατοχυρώθηκε με τις συνθήκες του Κάρλοβιτς, Πασάροβιτς  και του Κιουτσούκ Καϊναρτζή. Με τις συνθήκες αυτές τα Ελληνικά καραβάνια μέσω του Δούναβη έφταναν στον ακμάζοντα ελληνισμό της Αυστρουγγαρίας, της Γερμανίας, της Ρουμανίας αλλά και της Ρωσίας. Σε διάστημα δυο αιώνων από το 1650 και έως το 1850 ενάμισι εκατομμύριο Έλληνες υπολογίζεται ότι μετανάστευσαν στις χώρες αυτές με καραβάνια. Βιομηχανικά προϊόντα, όπως σιδερικά, κρύσταλλα και άλλα είδη πολυτελείας ανταλλάσσονταν με γουναρικά, βαμμένα νήματα, δέρματα, υφάσματα, κρασιά, καπνό, μετάξι, αλάτι και αρωματικά φυτά.

Χαρακτηριστικό δείγμα του τι σήμαινε να είσαι ταξιδευτής εκείνη την εποχή, αποτελεί η περιγραφή του ταξιδιού του μεγάλου δασκάλου του γένους Γεώργιου Γενάδιου. Το 1797 η μητέρα του τον έστειλε έντεκα χρονών παιδί με καραβάνι στον θείο του, ηγούμενο σε μοναστήρι του Βουκουρεστίου, μέσα σε ένα κοφίνι φορτωμένο σε  μουλάρι.  Γιατί όμως άραγε η Σιάτιστα αποτελούσε το μεγάλο οδικό κόμβο των καραβανιών την εποχή εκείνη; Η απάντηση βρίσκεται στη γεωγραφική της θέση. Από τη Μπάρα και το Μπουγάζι της Σιάτιστας διέρχονταν ο βασικός συγκοινωνιακός  άξονας που σύνδεε την Ήπειρο με τη Μακεδονία. Η διαδρομή ήταν Γιάννενα Μέτσοβο, Γρεβενά, Μπουγάζι Σιάτιστας, Καραγιάννια. Εκεί διακλαδίζονταν ανατολικά προς Κοζάνη, Βέροια, Θεσ/νίκη, Κων/πολη και προς βορρά Μοναστήρι, Κοιλάδες Αξιού και Μοράβα, Σερβία, Αυστροουγγαρία. Οι σημαντικοί αυτοί δρόμοι περνούσαν από το ιστορικό γεφύρι του Πασά στον Αλιάκμονα κοντά στη Σιάτιστα χτισμένο το 1690 από το Μαχμούτ Πασά, που ανατινάχθηκε το 1941 κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα ερείπια του οποίου σώζονται  και σήμερα. Με μήκος περίπου 100μ., μέχρι το μεσοπόλεμο, το γεφύρι αυτό ήταν το μεγαλύτερο σε μήκος πέτρινο γεφύρι της Μακεδονίας.

Πολλά χρόνια μετά, το 1939, στις παραμονές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, εντυπωσιακά είναι τα όσα αφηγείται σε ομιλία του στην Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης ένας εκλεκτός Σιατιστινός, ο Θεόδωρος  Νάτσινας για τις κοινότητες αυτές των Ελλήνων. Αναφερόμενος σε ταξίδι του στη Βιέννη το προηγούμενο έτος, δηλαδή το 1938, λέει μεταξύ των άλλων στην ομιλία του και τα εξής εντυπωσιακά: «Όταν έφτασα προ των ναών του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Τριάδας της Βιέννης, ευρέθην ενώπιον περιέργου φαινομένου. Μέγα πλήθος αρρένων και θηλέων ήτο παρατεταγμένο εις σειράν, προ αμφοτέρων των ναών οι οποίοι είναι πολύ πλησίον αλλήλων και εις ερώτησίν μου τί συμβαίνει, έμαθον ότι όλοι αυτοί είναι εκγερμανισθέντες απόγονοι πραματευτάδων που λαμβάνουν παρά των ιερέων των ναών τούτων πιστοποιητικά ότι είναι απόγονοι Ελλήνων, ίνα τα παρουσιάσωσιν εις τας γερμανικάς αρχάς αι οποίαι κατά διαταγήν του γερμανικού κράτους τα ζητούν παρ’ αυτών δια να βεβαιωθεί η εξ Ελλήνων καταγωγή των και ως Άρειοι να παραμείνουν εις την Γερμανία, άλλως θα εκδιωχθώσι ως Σιμήται». Υπενθυμίζω ότι τα ανωτέρω διαδραματίζονταν παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σε λίγο θα επακολουθούσε η μαζική εξόντωση των Εβραίων.

Στο σημείο αυτό θα ήταν χρήσιμο δυο λόγια να λεχθούν και για τη διοικητική οργάνωση της Σιάτιστας εκείνα τα χρόνια. Είναι  αλήθεια ότι από τους Τούρκους δόθηκαν κάποια προνόμια στους χριστιανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που είχαν σχέση με την ελεύθερη άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων και την αυτοδιοίκησή τους, στοιχεία σημαντικά που συντέλεσαν στη διατήρηση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων αλλά και στην οικονομική τους ακμή. Η  Σιάτιστα εκείνα τα χρόνια διοικούνταν με πνευματικό ηγέτη τον εκάστοτε Μητροπολίτη. Με αυτοκρατορικό βεράτι και αξίωμα που του δόθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ήταν ο ανώτατος διοικητής και επόπτης της Κοινότητος αλλά και πρόεδρος των εξής τριών διοικητικών σωματείων. Της Δημογεροντίας, των Σχολικών Εφορειών Άνω και Κάτω Σιάτιστας και των Εκκλησιαστικών Επιτροπών των ιερών ναών. Τα μέλη των ως άνω οργάνων εκλέγονταν από Εκλογικές Συνελεύσεις μετά από μυστική ψηφοφορία και είχαν σημαντικές διοικητικές και διαχειριστικές αρμοδιότητες.  

Ο πλούτος της Σιάτιστας κατά το 18ο και 19ο αιώνα, όπως εκτέθηκε πιο πάνω, προσέλκυσε τουλάχιστον τρεις φορές τους Τουρκαλβανούς. Η πρώτη επιδρομή έγινε περί το 1750-1760. Τρεις χιλιάδες Αλβανοί αποκρούστηκαν από Σιατιστινούς υπό τον πρόκριτο Λογοθέτη. Στη μάχη διακρίθηκε η κυρα Σανούκω με τις νύφες της που πολέμησαν από την οχυρή κατοικία της που διασώζεται μέχρι σήμερα στη συνοικία του Μπούνου. Η δεύτερη στα 1804. Εννέα χιλιάδες αυτή τη φορά αποκρούστηκαν, με γενναίο αρχηγό τον ηρωικό Γ. Νιόπλιο, που πρωταγωνίστησε μετέπειτα στο επαναστατικό κίνημα της Μακεδονίας στα 1821. Μια Τρίτη, ακόμα πολυπληθέστερη από τις προηγούμενες με τον ίδιο ηρωικό πρωταγωνιστή το Γ. Νιόπλιο στα 1827, είχε την ίδια τύχη. Τις ανδρείες πράξεις των Σιατιστινών κατέγραψε η λαϊκή μούσα στα γνωστά μας δημώδη τραγούδια. Για τη δράση της Σιάτιστας κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 οδηγός μας είναι ο Νικόλαος Κασομούλης. Τους δεσμούς του με τη Σιάτιστα εκθέτει ο ίδιος στα «Στρατιωτικά  Ενθυμήματα». Είναι η πόλη που έμαθε τα γράμματα και που βρισκόταν η οικογένειά του, η μητριά του Αλεξάνδρα και οι ετεροθαλείς αδερφές του. Την εποχή εκείνη ηγέτης της Σιάτιστας είναι ο Γεώργιος Νιόπλιος με τον οποίο ο Κασομούλης βρίσκεται σε συνεχή επαφή. Επαφή έχουν οι Σιατιστινοί και με έναν άλλο συμπατριώτη τους, το Φιλικό Νικόλαο Λασπιά, γραμματέα των πασάδων στα Γιάννενα που τους παρέχει πολύτιμες πληροφορίες και συμβουλές. Παράλληλα, ο Νιόπλιος στέλνει ένοπλα σώματα προς τους αγωνιστές των Πιερίων και του Ολύμπου, ενώ ο Κασομούλης συμβουλεύει με επιστολή του τον Εμμανουήλ Παπά να στραφεί στη Σιάτιστα για βοήθεια, μια επιστολή όμως που έφτασε στον παραλήπτη δυστυχώς αργά. Ο ίδιος ο Νιόπλιος μετέχει το Φεβρουάριο του 1822 στη μεγάλη σύσκεψη στην Παναγία του Δοβρά στην οποία σύσκεψη αποφασίστηκε να κινηθούν με τη σειρά: 1) η Νάουσα, 2) η Καστανιά με τους Ολύμπιους και 3) η Σιάτιστα. Στη σύσκεψη των Ολύμπιων σαν πληρεξούσιος των Σιατιστινών συμμετέχει ο Κασομούλης με συνοδεία 25 ενόπλων που του παραχωρεί ο Νιόπλιος. Το αποτυχημένο όμως κίνημα της Θεσ/νίκης τον Απρίλιο του 1821, η επανάσταση της Χαλκιδικής που πνίγηκε στο αίμα το Νοέμβριο του 1821 και το ολοκαύτωμα της Νάουσας την άνοιξη του 1822, ακύρωσαν το ξεσήκωμα των Σιατιστινών. Ο κακός συντονισμός και η έλλειψη ηγετικής προσωπικότητας οδήγησε τη μακεδονική εξέγερση του 1821-22 σε αποτυχία με μεγάλο φόρο αίματος. Φτάνουμε έτσι στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Είναι η εποχή που η Βουλγαρία στρέφει το ενδιαφέρον της προς τη Μακεδονία, μια Μακεδονία όμως που τη συγκροτεί ένα πληθυσμιακό μωσαϊκό από Έλληνες, Βούλγαρους, Σέρβους, Εβραίους, Αλβανούς και Τούρκους. Το 1870 η Βουλγαρική Εκκλησία (η επονομασθείσα Εξαρχία) αποσπάται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το 1877 κηρύσσεται ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος και ακολουθεί το 1878 η υπογραφή της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου. Με αυτήν οι νικημένοι από τους Ρώσους Τούρκοι, παραχωρούν στους Βούλγαρους το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας. Η Μακεδονία εξεγείρεται. Παρούσα κι εδώ η Σιάτιστα. Στο Μπούρινο εγκαθίσταται ανταρτικό σώμα και σχηματίζεται προσωρινή Κυβέρνηση. Το μοναδικό ορειβατικό πυροβόλο του σώματος χειρίζεται ο Σιατιστινός λοχαγός του Ελληνικού στρατού Δημητριάδης. Ανταρτικό σώμα υπό τον καπετάν Σπανό εδρεύει στη Σιάτιστα στο σώμα του οποίου ανήκει ο Γερανιώτης Κράκας που αργότερα θα εύρισκε  φρικτό θάνατο από τους Τούρκους. Εξ αιτίας του γεγονότος αυτού η αδερφή του, η θρυλική Καπετάν Περιστέρα, βγαίνει στο αντάρτικο, αναλαμβάνει την αρχηγία σώματος και μεταβάλλεται σε τρομερό διώκτη των Τούρκων.  Γλαφυρή για εκείνη την εποχή είναι η αφήγηση του Σπύρου Μελά για τη θρυλική αυτή Σιατιστινή. Μια ολόκληρη Τουρκική αυτοκρατορία αναγκάστηκε να υπογράψει συνθήκη με μια γυναίκα και αυτό, γιατί δε δέχθηκε αμνηστία, αν το όπλο της το παρέδιδε στους Τούρκους. Όρος της ήταν να παραδοθεί στο Μητροπολίτη. Πράγματι οδηγήθηκε στη Μητρόπολη, βγήκε στο μπαλκόνι δίπλα στο Μητροπολίτη, έριξε ενώπιον του πλήθους στον αέρα την τελευταία βολή και παρέδωσε το όπλο στον ιεράρχη.

Σ’ αυτή τη κρίσιμη λοιπόν για το έθνος συγκυρία, λειτούργησε το Τραμπάντζειο  Γυμνάσιο, δωρεά του αείμνηστου Ιωάννη Τραμπαντζή, ο οποίος από ηλικίας 15 ετών είχε μεταναστεύσει στη Ρουμανία. Η σπουδαιότητα της δωρεάς αυτής καταδεικνύεται και μόνο εκ του γεγονότος ότι στο Βιλαέτι της Θεσ/νίκης λειτουργούσαν δύο μόνο πλήρη γυμνάσια: της Θεσ/νίκης και των Σερρών, ενώ στο βιλαέτι του Μοναστηρίου (στο οποίο ανήκε η Σιάτιστα) άλλα δύο: του Μοναστηρίου και της Κορυτσάς, αφού το ιστορικό γυμνάσιο Τσοτυλίου, αν και παλαιότερο, δε λειτούργησε αρχικά ως εξατάξιο.

Μπορεί από τότε να πέρασαν πολλά χρόνια, η παράδοση όμως της  προσφοράς των Σιατιστινών στα γράμματα συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας με εκφραστές τους μεγάλους  δωρητές των σύγχρονων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της πόλης μας, τους Αδελφούς Παπαγεωργίου και το ζεύγος Παπανικολάου.

Αν και θνησιγενής η ανωτέρω συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, εξήψε αφάνταστα τον εθνικισμό και μεγαλοϊδεατισμό των Βουλγάρων για τα επόμενα και μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους χρόνια. Με τη χρήση βίας οι Βούλγαροι επεδίωξαν να αλλοιώσουν τη σύνθεση του Ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας. Βρισκόμαστε στο έτος 1900. Τα βουλγαρικά κομιτάτα υπό το αδιάφορο βλέμμα των τουρκικών αρχών ενσπείρουν παντού το θάνατο και τη λεηλασία με στόχο κυρίως τους προκρίτους, τους δασκάλους και τους ιερείς.

Εκείνη την εποχή ιδρύεται ο πρώτος οργανωτικός πυρήνας  του Μακεδονικού αγώνα στο Μοναστήρι με την ισχυρή συμβολή του φλογερού πατριώτη Ίωνα Δραγούμη. Προτροπή του προς το τότε ελεύθερο Ελληνικό κράτος ήταν: «Αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, αυτή θα μας σώσει». Εξέχουσες προσωπικότητες, όπως ο Λάμπρος Κορομηλάς, ο Δημήτριος Ζάννας, ο Γεώργιος Πεντζίκης, ο Γεώργιος Μόδης και άλλοι, οργανώνουν τις τοπικές επιτροπές του αγώνα. Κέντρα συντονισμού επίσης αποτελούν οι έδρες των Μητροπολιτών στις οποίες το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντικατέστησε τους παλαιούς ιεράρχες με νέους και δυναμικούς μεταξύ των οποίων και τον εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη. Πολύ ενδιαφέρουσα πληροφόρηση παίρνουμε για ένα άλλο λαμπρό τέκνο της Σιάτιστας εκείνης της εποχής, από ένα μεγάλο πολιτικό και φιλόσοφο, τον αείμνηστο πρώην πρωθυπουργό Παν. Κανελλόπουλο. Σε ομιλία του το 1984 ενώπιον του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Κ. Καραμανλή με θέμα «Το ιστορικό νόημα του Μακεδονικού Αγώνα», αναφέρεται σε δοκίμιο του έτους 1962 του Ακαδημαϊκού Πέτρου Χάρη και του έξοχου ποιητή Γεώργιου Βαφόπουλου με θέμα ο «Μακεδονικός Αγώνας» και στο οποίο δοκίμιο φέρεται ο Φίλιππος Δραγούμης να αποκαλύπτει για τον αδερφό του Ίωνα μεταξύ των άλλων και τα ακόλουθα: «Ο Ίων βάλθηκε να βρει στο Μοναστήρι τους καταλληλότερους παράγοντες για την οργάνωση, και κυριότερο από τους κυριότερους ηύρε τον Αργύριο Αθ. Ζάχο, τραπεζίτη από τη Σιάτιστα, εγκατεστημένο από χρόνια στο Μοναστήρι». Στο Αρχείο μάλιστα της εγγονής του Ζάχου, της Στέλας Μάντακα-Ανδρικίδου, όπως μας πληροφορεί ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, βρέθηκε από το Φίλιππο Δραγούμη ανάμεσα σε πολύτιμα χαρτιά και μια επιστολή του Στέφανου Δραγούμη -ήταν πατέρας του Ίωνα και του Φίλιππου- προς τον Αργύρη Ζάχο, με την οποία, αφού τον ευχαριστεί για τα συλλυπητήρια που του έστειλε ο Ζάχος για το θάνατο του γαμπρού του, του Παύλου Μελά, τον παροτρύνει να βοηθήσει, «έναν άλλον άνδρα ισότιμον του Παύλου, τον Γεώργιο Ρούβα, όπως κατά το παρελθόν είχε βοηθήσει -ο Ζάχος- τον Παύλο Μελά». Στο υστερόγραφο μάλιστα της επιστολής αποκαλύπτει ο Στέφανος Δραγούμης, κρυπτογραφικά, την ταυτότητα του Ρούβα. Γράφει: «Γεώργιος Κατεχάκης, ανθυπολοχαγός πεζικού, Κρης, Φίλτατος Παύλου». Πρόκειται προφανώς για το μετέπειτα γενικό αρχηγό των ανταρτικών σωμάτων κατά τη μάχη της Σιάτιστας της 4ης Νοεμβρίου. Το τελευταίο αποτελεί στοιχείο που δείχνει ότι η παρουσία του Κατεχάκη στη Σιάτιστα κατά τις κρίσιμες εκείνες ημέρες της μάχης και η εξ αυτής αίσια έκβασή της, δεν ήταν διόλου τυχαία. Υπενθυμίζω ότι αδερφός του Αργύρη, ήταν ο εξέχων αρχιτέκτων και ναοδόμος Αριστοτέλης Ζάχος, ο δημιουργός των περίλαμπρων ναών του Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης και  Σιάτιστας καθώς και πλήθους άλλων ναών ανά την Ελλάδα. Όσον αφορά στο ένοπλο σκέλος του Μακεδονικού Αγώνα, δεν μπορεί παρά ανάλογη να ήταν η συνεισφορά της Σιάτιστας και εδώ. Την Εθνική Επιτροπή της Σιάτιστας συγκρότησε ο ίδιος ο Παύλος Μελάς στις 22-7-1904. Με συγκίνηση μάλιστα και χάρη εκθέτει στη σύζυγό του Ναταλία τις εντυπώσεις του από την επίσκεψή του στη Σιάτιστα, καθώς και λεπτομέρειες από τις συναντήσεις που είχε και τις αποφάσεις που πάρθηκαν. Η Σιάτιστα γίνεται κέντρο διερχομένων καπεταναίων. Ολόκληρη η πόλη μυείται στα συμβαίνοντα. Οι άνδρες των ανταρτικών ομάδων βρίσκουν ασφαλή καταφύγια στα σπίτια των Σιατιστινών και μεταφέρουν πληροφορίες για τις στρατιωτικές κινήσεις. Βαθμιαία η Σιάτιστα γίνεται το αποκλειστικό κέντρο μεταφοράς πολεμικών εφοδίων ολόκληρης της Δυτ. Μακεδονίας. Κατά χιλιάδες μεταφέρονται τα όπλα με τους Σιατιστινούς αγωγιάτες από τα Τρίκαλα μέχρι το Μοναστήρι. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης γίνεται ορμητήριο όλων των ανταρτικών σωμάτων που δρουν στη Δυτ. Μακεδονία, σε πολλά των οποίων κατατάσσονται ως οπλίτες ή οπλαρχηγοί πλήθος Σιατιστινών με πιο γνωστό εξ όλων τον Καπετάν Περδίκα (Παύλο Νεράντζη).

Τέλος στη Σιάτιστα ανήκει μια ακόμα τιμή, να χαρίσει στο Έθνος τη μεγάλη ζωγράφο του 20ου αιώνα, τη Θάλεια Φλωρά-Καραβία. Η Φλωρά-Καραβία σπούδασε στο Μόναχο και δημιούργησε αμέτρητα πορτραίτα και νεκρές φύσεις που κόσμησαν και κοσμούν πολλές ιδιωτικές συλλογές. Όταν κηρύχθηκαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι άφησε την όμορφη και ήσυχη Αλεξάνδρεια, όπου ζούσε, για να βρεθεί στη Μακεδονία πλάι στον Ελληνικό Στρατό και το Διάδοχο Κωνσταντίνο. Εκεί απαθανάτισε τις νίκες των στρατιωτών και σκηνές από το μεγάλο αυτό πόλεμο σε άπειρα σκίτσα και πίνακες. Με περηφάνια και θαυμασμό στέκεται σήμερα ο επισκέπτης στα μοναδικά αυτά δημιουργήματα στο Πολεμικό Μουσείο των Αθηνών, στις αίθουσες του οποίου πολλά εξ αυτών φιλοξενούνται. Από τη μεγάλη αυτή δημιουργό δανείζομαι τις εντυπώσεις για την απελευθέρωση της Σιάτιστας  και την επακολουθείσασα μάχη της 4ης Νοεμβρίου. Έτσι για τα γεγονότα της 12/10/1912 λέει: «Η Σιάτιστα έχει την υπερηφάνειαν ότι ύψωσε την ελληνικήν σημαίαν μόνη της προτού έλθει ο στρατός. Με τας φήμας των νικών του Σαραντάπορου και των Σερβίων και πριν ακόμη γνωσθή η κατάληψις της Κοζάνης μερικοί τολμηροί ανυπόμονοι εξεσκούριασαν ολίγα κρυμμένα όπλα και εκήρυξαν την πόλιν ελληνικήν.  Πρώτος ένας τύπος τραχύς σαν βράχος, ο Νικόλας Στρακαλής, έβαλε το τσακιστό με την κρεμαστή φούντα φέσι του πατέρα του που τον είχαν σκοτώσει οι Γκέκιδες σε κάποιαν επιδρομή εναντίον της Σιάτιστας και το εφύλαγε ως ιερόν κειμήλιον, επήρε το γκρά του και με ολίγους άλλους νέους κατέβηκε στην αγορά και άρχισε να φωνάζει με ενθουσιασμό « Ζήτω ο βασιλεύς Γεώργιος, Ζήτω ο Ελληνικός στρατός». Οι ολίγοι Τούρκοι των διοικητικών αρχών τρέπονται εις φυγήν προς την Λιαψίσταν, υποθέτοντες πραγματικήν είσοδον του Ελληνικού στρατού. Συναθροίζονται οι πολίται, πανηγυρίζουν, υψώνουν την ελληνικήν σημαίαν εις το Δημαρχείον αλλά και σκέπτονται περί του πρακτέου. Ειδοποιούν τον οπλαρχηγόν Μακρήν και εν τω μεταξύ σπεύδει ο νεώτερος Στρακαλής, ο φαρμακοποιός, εις το πλησίον χωριό Κοντσικό όπου υπήρχε και αποθήκη όπλων με μερικούς άνδρας, τους οποίους οπλίζει εκεί και προσκαλεί εις επανάστασιν. Ακολουθεί και το Τσαρούσινο. Με τους τριάντα αυτούς οπλισμένους φρουρούν την πόλι και έρχεται και ο Μακρής με  90 μόνο άνδρας. Στέλλουν τελεσίγραφον εις Λιαψίσταν να παραδοθούν, το οποίο όμως οι Τούρκοι δεν δέχονται λέγοντες ότι μόνο εις τον τακτικόν στρατόν θα παραδοθούν. Επί τέλους έρχονται οι Έλληνες οι οποίοι αφήνουν μικράν φρουράν και φεύγουν με τον Μακρήν προς την Λιαψίσταν, όπου επίσης αφήνουν μικράν φρουράν». Στη συνέχεια η Φλωρά  Καραβία εξιστορεί τα γεγονότα  που οδήγησαν στη μάχη της 4ης  Νοεμβρίου: «Οι Τούρκοι μετά τα διαδραματισθέντα εις την Μπάνιτσαν, συναθροίζουν περί τους 1500 στρατιώτας και με δύο τηλεβόλα και πολλούς αξιωματικούς επανέρχονται ορμητικοί και αφού έκαψαν πολλά ελληνικώτατα χωριά, εκυρίευσαν την Λιαψίσταν και έστειλαν τελεσίγραφο στη Σιάτιστα να παραδοθεί εντός 24 ωρών. Κατά καλήν  συγκυρίαν ο λοχαγός Κατεχάκης με κρητικά σώματα διά λόγους στρατιωτικούς ευρίσκετο εκείνην την ημέραν στη Σιάτισταν και ιδών το τελεσίγραφον, έστειλεν αμέσως αγγελιαφόρους εις Κοζάνην ζητών ενισχύσεις. Οι κάτοικοι δεν έχασαν την  ψυχραιμίαν τους και απάντησαν στους Τούρκους ότι θα το σκεφθούν. Μόλις περί την λήξη της προθεσμίας έφθασε Ελληνικός στρατός: δύο τάγματα με τρία πεδινά τηλεβόλα, τα οποία σιατιστινές γυναίκες και παιδιά μαζί με τους άνδρας τα ανέβασαν με τα χέρια στα δύσβατα και απότομα ύψη, εμψυχούμενοι από την ελπίδα και την πεποίθησι ότι αυτά θα τους έσωζαν. Η μάχη είχεν αρχίσει πεισματώδης και σφοδρά, οι Τούρκοι πολεμούσαν με λύσσα ορμώντες με εφ’ όπλου λόγχην. Αλλά και οι Έλληνες εμάχοντο τραγουδώντας. Και όταν άρχισαν να βροντούν και τα ελληνικά τηλεβόλα προς τα οποία αισθάνονται ιδιαίτερον φόβον, οι Τούρκοι ετράπησαν εις φυγήν, και χωρίς να σταματήσουν τότε εις Λιαψίσταν, έφθασαν και μέχρι Καστοριάς. Εις το πεδίον της μάχης αφήκαν περί τους 470 νεκρούς, εκ των οποίων πολλούς έρριψαν στον ποταμόν. Και θα επάθαιναν χειρότερα εάν δεν επροστατεύοντο υπό πυκνής ομίχλης. Από τους δικούς μας σκοτώθηκαν περί τους 50, κρητικοί και του τακτικού στρατού καθώς και ένας Σιατιστινός ο Γεώργιος Τσίπος. Έπεσαν εις την μάχην ο γενναίος λοχαγός Καπιτσίνης, ο υπολοχαγός Σακαλής από την Κωνσταντινούπολη και ο Χατζηγιαννάκογλου έφεδρος, δημοσιογράφος. Τραυματίαι περί τους εκατόν». Και καταλήγει η Φλωρά-Καραβία: «Μεταξύ των τραυματιών ελαφρώς επληγώθη και ο υιός του ήρωος Παύλου Μελά, Μίκης». Όλοι θάφτηκαν την επόμενη μέρα στην Σιάτιστα στο ναό των 12 Αποστόλων. Τους αποχαιρέτησαν χιλιάδες λαού, ντόπιοι και πρόσφυγες, με δάκρυα στα μάτια. Το τίμημα ήταν βαρύ για όλους και ιδιαίτερα για τους Κρήτες εθελοντές. Το θάνατο ενός εξ αυτών, του Γιάννη Ανδρουλάκη από το Φρε Αποκορώνου Χανίων, θρήνησε η λαϊκή μούσα με το παρακάτω ελεγείο:

Στο Φρε του Αποκόρωνα που ‘ναι η Βαγγελίστρα/μια μαύρη μάνα κάθεται κι αναρωτά τον ήλιο./Ήλιε μου και τρισήλιε μου, στον κόσμο που γυρίζεις./Είδες και με το Γιάννη μου στον κόσμο που γυρίζεις./Κι ο ήλιος τα’ αποκρίνεται κι αυτά της απαντάει./Στη Σιάτιστα σκοτώθηκε π’ αντρίκια επολέμα.

Σε ταξίδι μου στην Κρήτη προ 3-4 ετών επισκέφθηκα τα δυο πιο πάνω χωριά στον Αποκόρωνα, το Βάμο και το Φρε, για να αποτίσω φόρο τιμής σ’ αυτούς τους ήρωες. Στο Βάμο στάθηκα σ’ ένα βενζινάδικο για ανεφοδιασμό. Ο βενζινάς ρώτησε για την καταγωγή μου. Του απάντησα από την Μακεδονία. Συγκινήθηκε. Από ποιο μέρος της Μακεδονίας, με ξαναρώτησε. Από τη Σιάτιστα του απάντησα. Μ’ αγκάλιασε, με φίλησε και έκλαψε. Δεν υπάρχει άνθρωπος σ’ εκείνα τα μέρη, μου είπε, που να μην ξέρει τη Σιάτιστα, εκεί που σκοτώθηκαν πολλά κρητικά παλικάρια, ανάμεσα τους και το λιοντάρι του Βάμου, ο νεώτερος Παπαμαλέκος, ο Λεωνίδας. Ο άλλος αδερφός του, μου είπε, ο μεγαλύτερος, που ήταν ιερέας, σκοτώθηκε κι αυτός από τους Τούρκους στην Κρήτη, πολεμώντας ως άλλος Παπαφλέσσας. Σήμερα οι προτομές και των δυο κοσμούν, τη Σιάτιστα η μια, και το Βάμο η άλλη.

Θα κλείσω την ομιλία με αυτό που συνδέει σήμερα τη Σιάτιστα με το ένδοξο παρελθόν της. Τα καραβάνια γυρίζοντας από τις μεγαλουπόλεις της Ευρώπης πίσω στους υπόδουλους, μαζί με τα προϊόντα και  πλούτη, έφερναν και στοιχεία πολιτισμού και προόδου. Δείγματα αυτού του πολιτισμού αποτελούν τα αρχοντικά. Από το λεύκωμα «Σιατιστέων Μνήμη», σπουδαίο δημιούργημα του αείμνηστου Αναστασίου Μέγα, δανείζομαι για τα αρχοντικά αυτά, τις απόψεις ενός σπάνιου πανεπιστημιακού, του αρχιτέκτονα Νικόλαου Μουτσόπουλου. «Η Σιάτιστα είναι η μοναδική πολιτεία που διέσωσε μέχρι τις μέρες μας αυτούσια τη μορφή της παλιάς της αρχοντιάς. Τα αρχοντικά της είναι οι μοναδικοί μάρτυρες ενός κόσμου που έφυγε. Η Καστοριά πια χάθηκε, όπως και η Βέροια. Την παλιά Σιάτιστα όμως, που υπάρχει ακόμα στις μέρες μας, έχουμε καθήκον να τη σώσουμε και αυτή η απαίτηση της διατήρησης των μοναδικών μνημείων της να γίνει με συνεχή ένταση και διάρκεια αγώνα από τους ίδιους τους Σιατιστινούς. Τότε, η Σιάτιστα θα γίνει προσκύνημα, Μουσείο και παράδειγμα σ’ όλη τη Βαλκανική. Και καταλήγει. Αν χαθούν τ’ αρχοντικά, χάθηκε κι η Σιάτιστα». Αυτά λέγονταν και γράφονταν πριν σαράντα χρόνια. Το τι κάναμε όμως εμείς μέσα σ’ αυτά τα χρόνια είναι γνωστό. Δεν πιστέψαμε στη μοναδική αυτή κληρονομιά, αδιαφορήσαμε, μας απορρόφησε ο καταναλωτισμός και τα προσωπικά συμφέροντα. Δεν επιχειρηματολογήσαμε στα κέντρα εξουσίας για το τι σημαίνει, όχι μόνο για τη Σιάτιστα, αλλά και για την ίδια  την ιστορία και τον πολιτισμό της Ελλάδας, η αποκατάσταση των τελευταίων αυτών μνημειακών κατασκευών μιας άλλης εποχής, με τον πλούσιο διάκοσμο, όταν π.χ σε μια ολόκληρη Αθήνα το παλαιότερο αστικό σπίτι είναι των Μπενιζέλων, ένα απλό σπίτι, κρυμμένο κάπου στην Πλάκα, που δε θυμίζει τίποτα από το μεγαλείο των δικών μας και είναι  ηλικίας μόλις διακοσίων ετών. Μεγάλη όμως και η ευθύνη των εκάστοτε τοπικών αρχόντων που δεν εργάστηκαν συστηματικά, δεν ευαισθητοποίησαν τον κόσμο, δεν πίεσαν την κεντρική εξουσία, δεν απαίτησαν δυναμικά, δεν ξεσηκώθηκαν. Με τη σειρά της, η εκάστοτε κεντρική εξουσία  και το αρμόδιο  Υπουργείο Πολιτισμού στην καλύτερη περίπτωση αδιαφόρησαν επί χρόνια και στη χειρότερη έδειξαν πνευματική και ιστορική ανεπάρκεια σε μια περίοδο μάλιστα που επιχειρείται αμφισβήτηση από γειτονική χώρα της ελληνικότητας της Μακεδονίας. Τα τελευταία τριάντα χρόνια από τα Ευρωπαϊκά Ταμεία εισέρρευσαν ποσά που όμοιά τους η χώρα δε γνώρισε ποτέ στο σύνολο του ελεύθερου βίου της. Από τα κονδύλια όμως αυτά που σπαταλήθηκαν από ‘δω κι από ‘κει, δεν μπόρεσαν να εξοικονομηθούν οι λίγες αναγκαίες πιστώσεις για τη διάσωση και αποκατάσταση των αρχοντικών αυτών. Η πρόσφατη καλλικρατική διάρθρωση της χώρας δίνει ελπίδες, για να γίνει πραγματικότητα ένα τέτοιο όνειρο. Προϋπόθεση όμως είναι ότι η νέα δημοτική αρχή, δε θα στοιχηθεί πίσω από κομματικές σκοπιμότητες και θα ομονοήσει στον κοινό αγώνα. Ότι θα επιδείξει τον αναγκαίο διεκδικητικό δυναμισμό προς την κεντρική εξουσία και θα συντάξει σοβαρούς και ολοκληρωμένους φακέλους σε συνεργασία με ειδικούς επιστήμονες, ώστε να εξοπλιστεί με τα αναγκαία επιχειρήματα, με σκοπό να ευαισθητοποιήσει την πολιτεία για το χρέος που αυτή έχει, ώστε να αποκαταστήσει τα μοναδικά αυτά μνημεία σε μια μάλιστα πόλη που για τις υποδομές της φρόντισαν σχεδόν αποκλειστικά οι ευεγέτες της και όχι το κράτος. Η ρήση του Νικόλαου Μουτσόπουλου «Αν χαθούν τ΄ αρχοντικά, χάθηκε κι η Σιάτιστα» είναι σήμερα επίκαιρη παρά ποτέ. Προσπαθώ να φανταστώ πώς θα ήταν αυτή η πόλη στη σημερινή δύσκολη συγκυρία με ανακαινισμένα 2-3 απ’ αυτά στα πρότυπα των Δόλγκηρα και Μαλιόγκα, με τριγύρω τους όμορφα καλντερίμια και με τον ανάλογο φωτισμό. Πώς θα φάνταζε, αν γέμιζε με ένα πλήθος προτομών και αγαλμάτων των τόσων ηρώων και λογίων της. Η μοναδικότητα αυτών των αρχοντικών, μαζί με τις μεταβυζαντινές της εκκλησίες, τα επιβλητικά καμπαναριά, τα μουσεία, τα σχολεία και τις αίθουσες πολλαπλών χρήσεων, όλα δωρεές των άξιων παιδιών της, τους ξενώνες, τους χώρους εστίασης, τα κατώγια με τα ονομαστά κρασιά της και τα μοναδικά έθιμα, σε συνδυασμό με τις  σπάνιες φυσικές ομορφιές του Βοΐου, τα γραφικά πετρόκτιστα χωριά του, τις εκκλησίες, τα μοναστήρια και τα παλιά γεφύρια, θα καθιστούσαν τη Σιάτιστα και ολόκληρο το Βόϊο αξιόλογο τουριστικό και όχι μόνο προορισμό. Ιδού πεδίον δόξης λαμπρό για τη νέα δημοτική αρχή.

 

Η Εφημεριδα

Διαβάστε τα πρωτοσέλιδα της  εφημερίδα μας σε ηλεκτρονική μορφή.

Τα Νεα μας

Διαβάστε τα νέα του Συλλόγου.

Δολγκηρα

Η αναστήλωση του Αρχοντικού Δόλγκηρα.

Η Σιατιστα

Τα Αρχοντικα

Οι εκδηλωσεις μας

 

Μαρκιδες Πουλιου